Marketing ADvertising CREAtive & Music

ARTICLE

Οι προκλήσεις της ελληνικής δισκογραφίας

Posted By

Gioconda’s-smile-cover

Διαρκείς προκλήσεις που υπάρχουν στην καθημερινότητα του χώρου, έρχονται μαζικά στο επίκεντρο εξαιτίας της δεδομένης στιγμής όλων των συγκυριών.

Αδιαμφισβήτητα, τα τελευταία έτη διανύουμε το μεταίχμιο της δισκογραφίας τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε τοπικό επίπεδο.

Δεν είναι μόνο η ραγδαία άνοδος και η καθιέρωση της ψηφιακής εποχής. Οι αλλαγές επεκτείνονται σε όλα τα σκέλη. Ακόμη και τα δεδομένα στον ίδιο τον ψηφιακό κόσμο μεταβάλλονται συνεχώς.

Όπως συνέβη χαρακτηριστικά στη μουσική βιομηχανία, οι φυσικές πωλήσεις παρέδωσαν τη σκυτάλη στη ψηφιακή αγορά ανοίγοντας νέους δρόμους διανομής και πηγές εσόδων. Σήμερα όμως τη μερίδα του λέοντος έχει αποσπάσει το streaming, το οποίο αποτελεί το 43% των ψηφιακών εσόδων των δισκογραφικών. (σ.σ. Τα ψηφιακά έσοδα απαρτίζουν το 45% των συνολικών παγκόσμιων εσόδων.)

Για τους λόγους αυτούς, η ψηφιακή εποχή δεν πρέπει να θεωρείται το «αύριο». Είναι το παρόν, ό,τι ζούμε καθημερινά, έχει ξεκινήσει από «προχθές» και μεταβάλλεται συνεχώς. Το  «αύριο» είναι εν πολλοίς άγνωστο. Στο «αύριο» θα επιβιώσουν μόνο όσοι ελίσσονται, προσαρμοστούν στις ανάγκες και αναγνωρίσουν τις προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσουν.

Εκτός από την κοσμογονική μετάβαση στο digital, κομβικές αλλαγές έχουν επέλθει και στο καλλιτεχνικό δυναμικό του διεθνούς μουσικού στερεώματος. Κατά κανόνα, η ανανέωση στα πρόσωπα προκύπτει εκ του φυσικού, με την πάροδο του χρόνου. Οι απροσδόκητες απώλειες, ένα δυσάρεστο φαινόμενο που παρακολουθούμε ανήμποροι, διαδραματίζουν σημαντικό επίσης ρόλο.

Ο μέσος όρος ηλικίας μίας μερίδας νεότερων καλλιτεχνών με μεγάλη επιρροή σε όλη την υφήλιο υπολογίζεται στα 24,5 έτη. Η νέα γενιά έχει παραλάβει ήδη τα ηνία.

Οι διεθνοί αστέρες του σήμερα και η ηλικία τους
  • Adele: 28 ετών (1988)
  • Sam Smith: 24 ετών (1992)
  • Taylor Swift: 26 ετών (1989)
  • Justin Bieber: 22 ετών (1994)
  • One Direction: M.O. 23 έτη / 4 μέλη από 22 έως 24 ετών
  • Meghan Trainor: 23 ετών (1993)
  • Ariana Grande: 23 ετών (1993)
  • Selena Gomez: 24 ετών (1992)
  • Ellie Goulding: 29 ετών (1986)
  • Demi Lovato: 23 ετών (1992)

Καλλιτέχνες όπως οι προαναφερόμενοι και πολλοί άλλοι εντός των ελληνικών συνόρων στηρίζονται από πανίσχυρα νεανικά fan bases.

Οι millennials ή «Generation Y» είναι το κλειδί της σημερινής αγοράς. Ο συγκεκριμένος δημογραφικός χαρακτηρισμός, αν και δεν έχει ορισμένο εύρος, απαντά στα άτομα που έχουν γεννηθεί χονδρικά μεταξύ του 1983 και του 2000. Οι «millennials» χρησιμοποιούν την τεχνολογία ως κομμάτι της ζωής τους, Ακολουθούν τις τάσεις, ενδιαφέρονται για κοινωνικά ζητήματα, αναζητούν την περιπέτεια και δημιουργούν όλο το θόρυβο γύρω από ένα θέμα.

Ωστόσο η επόμενη γενιά, η «Generation Z» έχει πιο τη δυναμική παρουσία σε fan armies όπως αυτά που προαναφέρθηκαν. Θεωρείται ότι περικλείει όσους έχουν γεννηθεί από το 1998 έως το 2008.

Επιπλέον, η «Generation Z» είναι αυτή που θα πρωταγωνιστήσει στο προσεχές μέλλον. Όπως εκτιμάται έως το 2020 θα αποτελεί το 40% των καταναλωτών και οι απαιτήσεις και οι συνήθειές της είναι διαφορετικές.

Όσα έχουν γραφεί επί του παρόντος, απαρτίζουν τους δύο πιο χαρακτηριστικούς παράγοντες που έχουν διαμορφώσει το σημερινό τοπίο στη δισκογραφία.

Τι ισχύει στην περίπτωση της Ελλάδας;

Οι επικρατούσες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες στέκονται τροχοπέδη στην περαιτέρω ανάπτυξη του τομέα και των καλλιτεχνών.

Όσο η κατάσταση δεν εξομαλύνεται, τόσο ο χώρος θα παραμένει κατά κύριο λόγο σε στασιμότητα. Πόσω μάλλον όταν οι ευρύτερες συνθήκες γίνονται ολοένα δυσμενέστερες. Όμως ο χρόνος κυλά ανεπιστρεπτί.

Παρά τις αντιξοότητες, τα μελήματα της ελληνικής δισκογραφίας συνοψίζονται σε μία σειρά προκλήσεων και ενεργειών που θα εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητά της.

Αναντίρρητα, πρόκειται για διαρκείς προκλήσεις που υπάρχουν στην καθημερινότητα του χώρου, αλλά η δεδομένη στιγμή όλων των συγκυριών τις φέρνει μαζικά στο επίκεντρο.

Παρακάτω θα ασχοληθούμε με τα εξής θέματα:

Διαχείριση της σημερινής «πρώτης γραμμής» καλλιτεχνών

Μία σημαντική μερίδα της σημερινής «πρώτης γραμμής» καλλιτεχνών βρίσκεται περίπου στην ηλικία των 45 ετών, ειδικά στο λαϊκό ρεπερτόριο.

Καθώς η μορφολογία του κοινού μεταβάλλεται με το πέρασμα των χρόνων (κοινώς το κοινό ανανεώνεται ως πρόσωπα), κρίνεται ζήτημα ζωτικής σημασίας η διασφάλιση ότι οι εν λόγω καλλιτέχνες θα παραμείνουν ενεργοί δισκογραφικά και κατά τη διάρκεια της επόμενης εικοσαετίας.

Η «δεύτερη καριέρα», όπως θα μπορούσε χαρακτηριστικά να γραφτεί, των καλλιτεχνών αυτών θα συμβάλλει ώστε να τους γνωρίσει αμεσότερα, ως στοιχείο της εποχής της, η καινούρια γενιά ακροατών που θα έχει πάρει το «παιχνίδι» στα χέρια της.

Απλούστερα, καθόσον συνεχίζουν στο δρόμο των (μεγάλων) επιτυχιών, εξακολουθούν να έχουν σημαντική θέση στο χάρτη της δισκογραφίας. Αυτό σημαίνει όφελος και για κάθε εταιρεία που διαθέτει στο δυναμικό της ένα ισχυρό όνομα με κύρος στο ρεπερτόριό του.

Καθότι όσα παρατέθηκαν στις προηγούμενες γραμμές – η διείσδυση στο αυριανό κοινό – υπονοούν εμμέσως πλην σαφώς την παρουσία στο ραδιόφωνο και στις πωλήσεις, το επόμενο ερώτημα που προκύπτει είναι πώς θα επιτευχθούν όλα αυτά.

Σίγουρα, οι καλλιτέχνες δεν πρέπει να χάσουν το χαρακτήρα τους και το στοιχεία που τους κατατάσσουν ως κορυφαίους, μένοντας όμως «σημερινοί» στην κάθε εποχή.

Εννοείται, πως αυτή δεν είναι η πανάκεια.

Η διαχείριση των καλλιτεχνών είναι πάντοτε αρκετά ιδιαίτερη υπόθεση και (πρέπει να) ισορροπεί μεταξύ των στενών προσωπικών σχέσεων.

Διατήρηση των καταλόγων ενεργών

Με την πάροδο των δεκαετιών είναι τετελεσμένο γεγονός η παραγκώνιση των ιδιαίτερα παλιών καταλόγων και η φθίνουσα εμπορικότητά τους.

Παρ’ όλα αυτά, η σωστή και στο έπακρο εκμετάλλευσή τους θα εξασφαλίσει ότι θα εξακολουθούν να είναι (κατά δύναμη) αποδοτικοί.

Η δημιουργία συλλογών από παρελθοντικά άλμπουμ, οι αυτούσιες επανεκδόσεις δίσκων αλλά και οι νέες κυκλοφορίες βασισμένες στους καταλόγους επιτυγχάνουν το σκοπό αυτό.

Ουσιαστικά, η επιδίωξη είναι η ανατοποθέτηση μίας κυκλοφορίας καταλόγου σε πρότερο στάδιο του «κύκλου ζωής» της, κυρίως η παραμονή της σε φάση «ωριμότητας» προτού νομοτελειακά βρεθεί στην «παρακμή».

Μολονότι πρόκειται για μία αέναη διαδικασία στη δισκογραφία, η προσοχή επίσταται αυτή τη στιγμή στην όσο το δυνατόν μακρύτερη διατήρηση καταλόγων που ανήκουν χρονολογικά σε παλαιότερες δεκαετίες.

Αντιθέτως και πλήρως αναμενόμενα, η δεκαετία του 1990 και οι αρχές του millennium είναι η περίοδος που θα διαθέσει μακροπρόθεσμα πρόσφορο έδαφος για επανακυκλοφορίες και επανεκδόσεις καταλόγων.

Μία απλή ανατύπωση δεν αρκεί πάντοτε για να κρατήσει στη «ζωή» μία κυκλοφορία καταλόγου.

Για το λόγο αυτό – όπως ειπώθηκε προηγουμένως – δημιουργούνται οι συλλογές καλλιτεχνών / ρεπερτορίου, διαφορετικά φορμάτ (CD, βινύλιο) ή ακόμη καλύτερα ολοκαίνουριοι τίτλοι βασισμένοι στις ηχογραφήσεις αυτές, ανατοποθετώντας τες έτσι στην αγορά ως «νέο» υλικό.

«Το Χαμόγελο Της Τζοκόντα» είναι η κλασικότερη και πιο επιτυχημένη περίπτωση ανατοποθέτησης καταλόγου στην ελληνική δισκογραφία, κατέχοντας μία ιστορική και ακατάρριπτη επίδοση.

Το μυθώδες έργο του υπέρτατου μουσουργού Μάνου Χατζιδάκι κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1965 και έκτοτε μετρά σχεδόν 15 ανατυπώσεις και επανεκδόσεις.

Οι δύο τελευταίες πραγματοποιήθηκαν αυτή τη σεζόν. Με αφορμή την ολοκλήρωση μισού αιώνα από την πρώτη κυκλοφορία του άλμπουμ, διατέθηκε το φθινόπωρο μία νέα έκδοση CD με έξτρα αδημοσίευτο υλικό και πρόσφατα μία καινούρια έκδοση βινυλίου.

Το έργο έχει αδιάλειπτη παρουσία στο επίσημο chart πωλήσεων, έχοντας συμπληρώσει 400 εβδομάδες συνολικά στην κατάταξη (όπως καταγράφεται με το ανανεωμένο σύστημα).

Επόμενη γενιά πρωταγωνιστών

Ο χρόνος θα φέρει με τη φυσική ροή την επόμενη γενιά των καλλιτεχνών. Όμως όσοι θα είναι οι πρωταγωνιστές μετά από λ.χ. δέκα έτη, χρειάζονται από νωρίς την ανάλογη στήριξη.

Παρά την πληθώρα talent show στον τηλεοπτικό αέρα, η ανάδειξη ενός τραγουδιστή / μίας τραγουδίστριας φαντάζει ακόμα δύσκολη δουλειά. Η πρόσκαιρη υπέρ-προβολή τους σε διαγωνισμούς του είδους μοιάζει να μη λειτουργεί στη χώρα μας όπως στο εξωτερικό. (Βέβαια χώρες όπως π.χ. οι Η.Π.Α. και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι διαχρονικά διαμορφωτές μουσικών τάσεων και διαθέτουν πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό).

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του διαδικτύου. Όσα εύκολο είναι να δημοσιεύσει κανείς σήμερα τη μουσική του στο internet, τόσο δύσκολο είναι να φτάσει στα αυτιά των ακροατών˙ εξαιτίας του κορεσμού από μεγάλο αριθμό επίδοξων τραγουδιστών.

Τι προσόντα χρειάζεται να έχει ένας μελλοντικός αστέρας; Αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί τόσο εύκολα.

Αναμφίβολα στη βάση είναι το ταλέντο.

Η εισχώρηση του marketing και της διαφήμισης στη μουσική (βιομηχανία) έχει εισαγάγει την έννοια του «storytelling» και στα δισκογραφικά δρώμενα.

Εκτός από το ταλέντο, ένα σημείο των καιρών (του marketing) «απαιτεί» οι καλλιτέχνες να διαθέτουν ως φόντο μία «ιστορία» που μπορεί να τους κάνει ξεχωρίσει από τους υπόλοιπους.

Ποια είναι η αξία του storytelling στη μουσική;

Οι «ιστορίες» δημιουργούν την είδηση, τα σημεία που θα φέρουν τον καλλιτέχνη στο προσκήνιο των μέσων ενημέρωσης. Δίνουν απάντηση στο «γιατί;» θα έπρεπε κάποιος να ασχοληθεί μαζί του και να ακούσει τη μουσική του. Οι «ιστορίες» δημιουργούν δεσμούς μεταξύ των καλλιτεχνών και του κοινού. Αναδεικνύουν την προσωπικότητα των τραγουδιστών και παρέχουν τη δυνατότητα στους ακροατές να ταυτιστούν με αυτήν.

At last but not least

Μετατροπή θαυμαστών σε πελάτες

Η μεγαλύτερη και ακατάπαυστη «μάχη» της ψηφιακής εποχής είναι η μετατροπή όλων των θαυμαστών σε πελάτες.

Όσο τα κοινωνικά δίκτυα κυριεύουν ακόμη περισσότερο την ανθρωπότητα, τόσο αυξάνονται τα «likes», τα «favorites» και τα «shares» και το θέμα είναι πώς όλα αυτά τα μετρήσιμα δεδομένα θα οδηγήσουν σε ROI, ουσιαστικά σε έσοδα.

Ευρύτερα στις σχέσεις των επιχειρήσεων με τα social media υπάρχει η πεπατημένη για το συγκεκριμένο στόχο (ισχυρό & χρήσιμο περιεχόμενο, ειδικές προσφορές αποκλειστικά μέσω των sm κ.ά.), η οποία δεν περιορίζεται μόνο εκεί.

Στο μουσικό οικοσύστημα, οι θαυμαστές μπορούν να μετατραπούν σε πελάτες για δύο διαφορετικούς σκοπούς. Πελάτες για την ίδια τη μουσική (που θα την αγοράσουν εν τέλει) και πελάτες σε εμπορικές συνεργασίες με εταιρείες από άλλους τομείς.

Και εκεί που μιλούσαμε για το πώς θα γίνουν οι θαυμαστές πελάτες, εμφανίστηκαν οι νέες τάσεις στο διαδίκτυο με το Snapchat να βάζει καινούρια δεδομένα στο «τραπέζι».

Το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή το Instagram προσθέτει στις δυνατότητές του τα «Stories» δανειζόμενο στοιχεία του Snapchat και το Facebook εισάγει στις σελίδες τη λειτουργία «Lead Foms» και τη δημιουργία canvas όσον αφορά τις mobile διαφημίσεις, επισφραγίζει όσα γράφτηκαν στην αρχή:

«…Η ψηφιακή εποχή δεν πρέπει να θεωρείται το «αύριο». Είναι το παρόν, ό,τι ζούμε καθημερινά, έχει ξεκινήσει από «προχθές» και μεταβάλλεται συνεχώς.»

Κάθε κοινωνικό δίκτυο έχει τη δική του «γλώσσα», το δικό του ύφος και το δικό του κοινό στο οποίο απευθύνεται.

Η πολυχρησιμοποιημένη λύση της ενιαίας και κοινής στρατηγικής One size fits all») δεν προκρίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Εξάλλου το κάθε μέσο παρέχει διαφορετικές τεχνικές δυνατότητες επικοινωνίας με το κοινό. Επί παραδείγματι, αλλού είναι δυνατή η χρήση «Call To Action» κουμπιών, ο διαμοιρασμός τρίτων συνδέσμων, η επισήμανση χορηγούμενης δημοσίευσης και αλλού όχι.

Πίσω στη μουσική, διαφορετική στρατηγική πρέπει να ισχύει και για κάθε καλλιτέχνη χωριστά. Η έμφαση πρέπει να δοθεί στη δημιουργία «κοινότητας» μαζί με το κοινό, στην αλληλεπίδραση μαζί του και στις αληθινές δημοσιεύσεις που εμπνέουν.

Η ανάλυση και η αξιοποίηση των δεδομένων, των δημογραφικών και συμπεριφορικών στοιχείων των θαυμαστών θα βοηθήσει στην παράδοση του κατάλληλου περιεχομένου.

Όποιος κάνει ένα «like», λοιπόν, πρέπει να γίνει αγοραστής, να οδηγηθεί στο iTunes φερ’ ειπείν, να φτάσει ακόμη και στα φυσικά καταστήματα.

 

Χωρίς ίχνος αντίρρησης, οι προκλήσεις είναι διαρκείς, καθημερινές και δεν τελειώνουν εδώ. Υπάρχουν επιπλέον θέματα που έχουν αναφερθεί σε προηγούμενες δημοσιεύσεις, όπως λ.χ. το «value gap» και το ζήτημα της παγκόσμιας ενιαίας αγοράς αλλά και προκλήσεις που παρουσιάστηκαν ως «δυνάμεις».

#SHAREit



Share the world!